Τους έβλεπα εκεί στη γωνία σκοτεινούς και ζαλισμένους
και πεινασμένους για μια απελευθέρωση μέσα από την δίψα
Δεν φοβόμασταν το θεό
ήμασταν παρά μόνο μια εικόνα ενός δράματος σε διαστημική αυλαία
κοιτάζαμε με μάτια πρησμένα και χέρια από ξύλο
έναν κόσμο που από απόσταση δεχόμασταν για πατέρα
Θέλαμε να πεθάνουμε χωρίς να μας νοιάζει
ήταν που σε κάποια προβλήτα μας έγνεψε μια μητέρα
μια αστραπή σε μια κούπα καφέ
και μια πεθαμένη μέρα είναι μια πεθαμένη μέρα
μέχρι να έρθει η νύχτα
Τα αγαθά αποκτιούνται εύκολα
μένει μόνο να σηκωθούμε από εδώ που μας κάρφωσαν
να σπάσουμε εκείνη την αλυσίδα
και να κοιτάξουμε πίσω από τον τοίχο
το νερό τρέχει στο πεζοδρόμιο
πριν γίνει λούμπα από λασπόνερα
και εμείς απλά πρέπει να κοιτάξουμε πίσω από τον τοίχο
γιατί αν και στην πλατεία δε μας μιλάνε πια
καθόμαστε εδώ μαζί
προσπαθώ να τους πω πως μια γωνία δεν κρύβει πάντα κάτι
αν ξαφνικά χορέψω δεν άκουσα ξαφνικά μουσική
αν γιορτάσω την κίνηση δεν είμαι στην ακρογιαλιά γυμνός
κάθομαι εκεί χωρίς να βγαίνει φωνή
και αυτοί με κοιτάζουν σαν να είδαν καταιγίδα
όταν τελικά λέω πως οι συμφορές με το καλό να έρθουν