Είναι τα φωτισμένα σκαλιά της εκκλησίας
Είναι το σοκάκι που λάμπει
Είναι οι φλέβες που πάνε να σπάσουν
Είναι το σπίτι που ερημωμένο κάθεται στη γωνία
Είναι οι τσέπες μου που έχουν τρύπες

Όταν κάθισες απέναντι δεν ένιωσα τίποτα
Είχε ζεσταθεί και η μπύρα μου
Και δεν είχα λεφτά να πάρω άλλη

Όταν είπες ότι κερνάς δεν ένιωσα τίποτα
Είχε στεγνώσει το στόμα μου
και θα ήθελα άλλη μια μπύρα

Όταν είπες πως έχεις όνειρα δεν ένιωσα τίποτα
Θυμήθηκα πως πρέπει να αλλάξω λάμπα στο μπάνιο μου
και πως έχω απλωμένα ρούχα έξω

Όταν είπες να πάμε σπίτι σου δεν ένιωσα τίποτα
μόνο σκέφτηκα πως πρέπει να είναι τρελός κάποιος
να δουλεύει αν έχει κερδίσει το λαχείο

Όταν άναψες το τσιγάρο σου δεν ένιωσα τίποτα
πέρασε από το μυαλό μου η σκέψη πως
ίσως σε κάποιο γραφείο κάποιος να διαβάζει το μυαλό μου
και να κρατάει σημειώσεις για τη ζωή μου
πριν γυρίσει στο κρύο κρεβάτι του
αυτή η τεχνολογία ίσως να είναι σε κάποιο κράτος ή μυστική οργάνωση
και τότε ένιωσα άσχημα
και αποφάσισα να σε παντρευτώ

Μα όταν γύρισα να σου κάνω πρόταση είχες ήδη κοιμηθεί
και τότε ένιωσα μόνος