Κροκόδειλοι των πόλεων σε φωτεινές πλατείες.
Σκοτεινή πλευρά του ήλιου ανάμεσα σε χιλιάδες αστέρια, παγωμένη ανάσα το καλοκαίρι, το παιδί στην αυλή παίζει, το παιδί στην αυλή γυμνό, το παιδί στην αυλή ντυμένο με το μανδύα της γνώσης.
Χιλιάδες άγιοι δείχνουν το δρόμο
δε γνώρισα ποτέ κανέναν.
Χιλιάδες τρόποι να αγγίξω τα μαλλιά της
δε δοκιμάστηκε ποτέ κανένας.
Μέσα σε σπίτια φιλόξενα δεν είναι κακό να ξεφεύγεις που και που.
Μάνα ουράνια και πατέρα από χώμα γιατί κάνατε το γαμήσι κάτι κακό;
Πότε κερδίσαμε το δικαίωμα στην αγκύλωση; Θέλω να τρέξω πάει να πει θέλω να γίνω ο ταύρος στην αρένα, να ξεσκίσω τον Τορεαδόρ.
Θέλω να κάτσω: να ακούσω ιστορίες, δίπλα στο τζάκι, για την πρώτη σου φορά.

Φέρνω τον άνεμο της Ταγγέρης στα πνευμόνια και κοιτάζω το σύμπαν. Κανένας δεν είναι σίγουρος αν του αρέσει, αλλά ποιος έχει πρόβλημα; Δεν ξέρω αν μου αρέσουν οι μέρες αλλά δεν πειράζει. Και οι νύχτες; Ποιος νοιάζεται;
Ιεροί τρελοί που πίνουν τα βράδια στη σοφία της μιας στιγμής, που χαχάνισαν σε κηδείες και έκαναν το δέρμα τους χαρταετό, που κύλησαν στην λάσπη για να σωθούν από έναν ήλιο που καίει, που χόρεψαν εκστασιασμένοι για τη γέννηση του μωρού στον πρώτο όροφο, που επικοινωνούν με τα φρύδια.

Ποιος ξέρει αρκετά λίγα για να μη του διαφεύγουν τα πάντα; Είναι ο παράδεισος που χύθηκε μέσα στην κόλαση, ο δρόμος του θανάτου για τη ζωή. Ποιος θεός θα έρθει να διαψεύσει τα μάτια της;